Η ΑΧΑΡΙΣΤΗ

 

Είπες πως μ΄αγαπάς...

πως θα είσαι εκεί αν σε χρειαστώ.

Και να που δίψασα... τρεις μέρες μετά.

Χτύπησα την πόρτα σου και γύρεψα νερό.

Κι ήταν η ώρα του δείπνου

κι εσύ κοίταξες το στρωμένο τραπέζι σου

κι υτήρχαν δυο πιάτα φαγητό

και ένα ποτήρι νερό.

Και δινοντάς μου το δεύτερο πιάτο,

που σου περίσσευε,

θεώρησες τον εαυτό σου γενναιόδωρο πολύ

κι εμένα, που εξακολούθησα να διψάω,

μιαν αχάριστη που με τίποτα δεν ικανοποιείται.